ΑΡΧΑΙΑ ΑΝΔΑΝΙΑ

Η πρώτη πρωτεύουσα της Μεσσηνίας

Το όνομα Ανδανία έφερε αρχαιότατα πόλη που βρισκόταν στο λεγόμενο κατά την Αρχαιότητα Στενυκλάριο (ή Στενυκληρικό) πεδίο, δηλαδή στη σημερινή Ανω μεσσηνιακή πεδιάδα. Το ίδιο επίσης όνομα έφερε και η περιοχή που εκτεινόταν γύρω από την πόλη αυτή. Το κοινό όνομα πόλης και περιοχής πιστοποιείται από αναφορά του συγγραφέα των πρώιμων βυζαντινών χρόνων Στεφάνου:
«Άνδανία πόλις Μεσσήνης, ομώνυμος τη χώρα».

Το όνομα Ανδανία1 δηλώνει την ωραία – την τέρπουσα πόλη και περιοχή. Η λέξη παράγεται από το ρήμα άνδάνω που έχει τη σημασία του αρέσω, τέρπω, ευχαριστώ. Οι αρχαίοι πάντως πίστευαν ότι η ονομασία οφειλόταν σε όνομα γυναίκας Ανδανίας. Και είναι αξιοπρόσεκτο ότι και σήμερα υπάρχει στο Διαβολίτσι το βαπτιστικό όνομα Ανδανία.
Ο Παυσανίας γράφει: «τη πόλει τό όνομα από γυναίκας γέγονεν Ανδανίας».

Την πόλη είχε ιδρύσει ο Πολυκάων με τη σύζηγό του Μεσσήνη σε χρόνους προελληνικούς. Πρώτος βασιλιάς της υπήρξε ο Περιήρης, που είχε μετοικήσει σ’ αυτήν, προερχόμενος από την Θεσσαλία, γύρω στο 2700 π.Χ. Θεωρείται βέβαιο ότι η Ανδανία υπήρξε η πρώτη πρωτεύουσα της Μεσσηνίας.
Η μεγάλη ακμή της πόλης συμπίπτει με τους λεγόμενους Μεσσηνιακούς πολέμους. Στο Β’ και Γ’ Μεσσηνιακό πόλεμο αυτή ήταν το κέντρο όλων των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Στο Γ’ πόλεμο εδώ έδρασε ο θρυλικός Αριστομένης, ο οποίος είχε δημιουργήσει επίλεκτο σώμα καταδρομέων, η δράση των οποίων έφτανε ως την πρωτεύουσα των Λακεδαιμονίων Σπάρτη. Οι καταδρομείς αυτοί ήσαν, κατά τον Παυσανία, «άριστοι καί άριθμόν πλείστοι περί τήν Ανδανίαν». Στο τέλος του Τρίτου Μεσσηνιακού πολέμου (500 – 489 π.Χ.) η πόλη εκθεμελιώθηκε από τους Λακεδαιμόνιους και οι κάτοικοί της στην πλειονότητά τους εκδιώχτηκαν από αυτήν.

Η πόλη και πάλι ανοικοδομήθηκε μετά το 338 π.Χ (Μάχη Χαιρωνείας), όταν ο Φίλιππος Β’ ανακήρυξε ελεύθερους όλους τους Μεσσηνίους.
1 Από την ίδια ρίζα (σFaδ ) παράγονται οι λέξεις ήδυς (=γλυκός), το λατινικό suavis, το αγγλικό sweet, γερμανικό sub κ.ά.
Φαίνεται ότι η Ανδανία και πάλι ήλθε σε κάποια ακμή τούς τελευταίους προχριστιανικούς αιώνες όπως τούτο καταφαίνεται από τα εξής γεγονότα: το 217 π.Χ. ή πόλη απέκρουσε σπαρτιατική επίθεση καί κατοχύρωσε την αυτονομία της, ενώ το 191 π.Χ απετέλεσε κέντρο συνάντησης Ρωμαίων και Αχαιών αξιωματούχων για διευθέτηση πολίτικων καταστάσεων της εποχής.
Η σύνταξη και δημοσιοποίηση των τελετουργικών διατάξεων των μυστηρίων της Ανδανίας το 91 π.X υποδηλώνει σοβαρή αναβίωση του θρησκευτικού και κοινωνικού βίου των κατοίκων της περιοχής. Η πληροφορία του Παυσανία, ότι τα μυστήρια της Ανδανίας ήταν τα σεβαστότερα μετά τα Ελευσίννια, δηλώνει ότι κατά τον μήνα Αύγουστο ή Σεπτέμβριο και επί οκτώ ημέρες η πόλη λειτουργούσε ως θρησκευτικό κέντρο του Πελοποννησιακού χώρου.

Η Ανδανία φαίνεται ότι καταστράφηκε κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα, αφού ο περιηγητής Παυσανίας μιλάει για «έρείπια Ανδανίας».
Πού όμως βρισκόταν η αρχαία πόλη;

Από τα μέσα του 19ου αι. ο μεγάλος ιστορικός Ερνέστος Κούρτιος είχε επιβάλλει τη θέση ότι η Ανδανία βρισκόταν στη βορειοανατολική πλευρά του Στενυκλάριου πεδίου, δηλαδή στην περιοχή μεταξύ Δεσύλλα και Φίλια, και συγκεκριμένα κάτωθεν του υψώματος του Ελληνικού, όπου το 1840 ο Κούρτιος είχε ανασκάψει και φέρει σε φως κυκλώπειο τείχος. Τη θέση του Κουρτίου ανέτρεψε ο Σουηδός αρχαιολόγος Νάταν Βαλμίν, όταν το 1930, μετά από συστηματικές επισκοπήσεις στην περιοχή, διετύπωσε τη θέση ότι η Ανδανία βρισκόταν στη βορειοδυτική πλευρά του Στενυκλαρίου πεδίου και συγκεκριμένα στη περιοχή μεταξύ Κωνσταντίνων, Πολίχνης και Καλλιρρόης. Στη θέση αυτή κατέληξε ο Βαλμίν βασιζόμενος σε τρία κυρίως δεδομένα:
1) Στην περιοχή του Διβαριού της Πολίχνης βρέθηκε το 1858 η επιγραφή των Μυστηρίων της Ανδανίας, 2) υπάρχουν στην περιοχή εντοιχισμένα κατάλοιπα αρχαίων αντικειμένων και κτηρίου, εις δε την παλιά εκκλησία του Αγ. Αθανασίου ευρέθη βάθρο με γλυπτική εικόνα και επιγραφή, αναφερόμενη σε ιερωμένο των
μεγάλων θεών και 3) ο Παυσανίας εδώ τοποθετούσε την πόλη, γράφοντας ότι «ρεϊ δέ ποταμός παρά το Καρνάσιον Χάραδρος, καί προελθόντι έν άριστέρα σταδίους οκτώ [1480 μ.] μάλιστα ερείπιά έστίν Ανδανίας».

Πάντως, παρά το γεγονός ότι η θέση του Βαλμίν επεκράτησε, αρκετοί επιμένουν ότι η θέση Κουρτίου είναι ισχυρή, προβάλλοντας τα εξής επιχειρήματα:

1) Δεν είναι πειστική η προσπάθεια του Βαλμίν να ταυτοποιήσει τα τείχη του Ελληνικού με άλλη πόλη (‘Αμφεια).

2) δάπεδο ρωμαϊκών χρόνων που βρέθηκε το 1900 στη θέση Τρύφα υποδηλώνει πόλη στην περιοχή, που χρονικά συμπίπτει με την δεύτερη φάση της ακμής της Ανδανίας,

3) η επιγραφή των Μυστηρίων και όσα συσχετίζονταν με τις ιερές τελετές βρίσκονταν στο Καρνάσιο άλσος, το οποίο ο Παυσανίας προσδιορίζει κοντά στον ποταμό Χάραδρο (Τζαμή): «ποταμός παρά τό Καρνάσιον Χάραδρος (έστίν)». Το Διβάρι επομένως, στο οποίο βρέθηκε η επιγραφή, θα ήταν η δυτική πλευρά του άλσους,

4) τα διάσπαρτα κατάλοιπα αρχαίων αντικειμένων είναι πάρα πολλά στη βορειοανατολική πλευρά και είναι ασυγκρίτως περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη περιοχή, οι δε γεροντότεροι επιμαρτυρούν ότι άφθονο αρχαίο υλικό καταστράφηκε κατά την κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου,

5) το όνομα της Ανδανίας διατηρήθηκε στο σημερινό χωριό Σαντάνι (εις Ανδανία > Σανδανία > Σαντάνι), το οποίο ευρίσκεται στη βορειοανατολική πλευρά του Στενυκλαρίου πεδίου, και

6) υπάρχει η εκτίμηση ότι ο Παυσανίας περιέγραψε την πόλη από την Ιθώμη και δεν την επισκέφτηκε ο ίδιος.

Συστηματικές ανασκαφές, που δεν έχουν γίνει, ίσως δώσουν οριστική απάντηση στο ερώτημα της τοποθεσίας της Αρχαίας Ανδανίας.

Αθανάσιος Β. Βερτσέτης
Ομ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

Close Menu